ιερογραφικός


ιερογραφικός
-ή, -ό (ΑΜ ἱερογραφικός, -ή, -όν) [ιερογραφία]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ιερογραφία ή στον ιερογράφο
2. εκείνος που ανήκει στην Αγία Γραφή.
επίρρ...
ἱερογραφικῶς (Α)
με περιγραφή ιερών πραγμάτων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἱερογραφικαῖς — ἱερογραφικός sacred fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερογραφικοῖς — ἱερογραφικός sacred masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερογραφικῆς — ἱερογραφικός sacred fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερογραφικῶς — ἱερογραφικός sacred adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ՍՐԲԱԶՆԱԳՐԱԿԱՆ — (ի, աց.) NBH 2 0759 Chronological Sequence: 8c ա. ἰερογραφικός sacrae scripturae. Սեպհական սուրբ գրոց. *Զանազանութեամբ սրբազնագրականի տեսութեան. Դիոն. երկն …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.